φυσικά δόντια η εμφυτεύματα;

 

Από την βιβλιογραφία φαίνεται ότι σήμερα εξάγονται αδικαιολόγητα δόντια με επαρκές περιοδόντιο σε ποσοστό  60%. Τα δόντια αβίαστα αντικαθίστανται με εμφυτεύματα δίδοντας σους ασθενείς μας την ψευδαίσθηση μιάς 3ης οδοντοφυίας.Η παράμετρος που αγνοείται όμως είναι η αδυναμία πρόληψης ή αντιμετώπισης των βιολογικών επιπλοκών των εμφυτευμάτων.

Σύγχρονα δεδομένα (Goddffrensen K. et al 2008) διαφωνούν ακόμη και με καθιερωμένες ενδείξεις τοποθέτησης των εμφυτευμάτων, όπως ότι το εμφύτευμα συμβάλλει στην διατήρηση του μετεξακτικού φατνίου. Σήμερα οι αριθμοί εμφυτευμάτων έχουν υπερβεί κάθε προηγούμενο με 400.000/έτος σε Η.Π.Α., Γαλλία και Γερμανία και 2 εκατομμύρια/έτος στην Βραζιλία. Έτσι η περιεμφυτευματίτιδα   με ποσοστό 6.7% αναφέρεται πλέον  σε 67.000 εμφυτεύματα κατ έτος. Αν μάλιστα αναφερθούμε σε περιεμφυτευματική βλεννογονίτιδα το ποσοστό ανέρχεται σε 79%. Συνεπώς είμαστε μπροστά σε μία ιατρογενή νόσο που έχει ήδη λάβει τεράστιες διατάσεις.

Οι Mejer et al (2014) αναφέρουν ότι το 29,7% των ασθενών πάσχουν από περιεμφυτευματίτιδα.

Η ορθή διάγνωση και παρακολούθηση της έναρξης και εξέλιξης της περιεμφυτευματίτιδας χρήζει της λήψης πανοραμικής ή full mouth  ακτινογραφίας κατά την αρχική φάση της αποκατάστασης. Όταν χρησιμοποιούμε τον ανιχνευτήρα, το οστούν βρίσκεται 1,4 mm ακρορριζικότερα από το βάθος της αύλακας (Quirinnen 2011).

Η οστική βλάβη μπορεί να είναι σαν κρατήρας ή ακόμα και οριζόντια. Στην περιεμφυτευματίτιδα το βάθος του θυλάκου μπορεί να μην αυξάνεται και επιδεινώνεται από υπολείματα κονίας,απο κακή τοποθέτηση, platform switching και παράγοντες  όπως το κάπνισμα, αλκοόλ, διαβήτης και στοματική υγιεινή.

Έτσι με κάπνισμα και κακή στοματική  υγιεινή (Lindquist et al 1997) έχουμε 3 φορές μεγαλύτερη συχνότητα και βαρύτητα της περιεμφυτευματίτιδας. Επειδή  το ιστορικό περιοδοντίτιδος τριπλασιάζει την συχνότητα και βαρύτητα της περιεμφυτευματίτιδας επιβάλλεται οι υπολειπόμενοι θύλακοι να  θεραπεύονται προ της εμφύτευσης.Τα περιοδοντικά βακτήρια όμως διαφέρουν από αυτά της περιεμφυτευματίτιδας.

Οι Χαραλαμπάκης et al (2011) έδειξαν ότι η θεραπεία της περιεμφυτευματίτιδας δεν ξεπερνά το 54% στά 5 έτη.

Η γενετική προδιάθεση (Fardal & Linden 2008) φαίνεται ότι παίζει σημαντικό ρόλο στην έναρξη και πορεία της νόσου. Έτσι στους high risk ασθενείς απλά δεν βάζουμε εμφυτεύματα.

Το περιβάλλον, ο τρόπος ζωής και μεταβαλλόμενοι ή σταθεροί γενετικοί παράγοντες αποδεικνύονται ότι συσχετίζονται με την έναρξη και την εξέλιξη της περιεμφυτευματίτιδας.

Η τεχνολογία σήμερα με την ταυτοποίηση του γονιδιώματος δίνει με ακρίβεια την ευαισθησία του ασθενούς στην περιοδοντίτιδα και ουσιαστικά είναι η εξέλιξη στο perio-test στην καταγραφή δεικτών όπως  IL-1,IL-1b τεχνικές πού τις τελευταίες δεκαετίες συνέβαλλαν στην έγκαιρη διάγνωση της νόσου. Η χειρουργική στο περιοδόντιο έχει σκοπό την καλύτερη πρόσβαση στην νόσοκαι την εξάλειψη των θυλάκων.Στην Αμερική το 24% των γενικών οδοντιάτρων ασχολούνται με την χειρουργική θεραπεία του του περιοδοντίου.

Η παρασκευή του κρημνού γίνεται 1-2 m από την παρυφή της φατνιακής απόφυσης και παρασκευή όλου του όγκου της μεσοδόντιας θηλής (Takei et al 1985) παρασκευάζοντας αυτήν γλωσσικά ή παρειακά (MP Cortellin et al 1995).

Η επούλωση γίνεται συνήθως με μακρά επιθηλιακή πρόσφυση και  οστική αναδόμηση των ενδοστικών θυλάκων.

Σε 12 μήνες έχει βρεθεί μείωση των θυλάκων κατά 2,85 mm που εξαρτάται πάντως από γενικούς παράγοντες, τοπικούς παράγοντες (κάλυψη, επούλωση οστικών βλαβών ,αριθμός οστικών τοιχωμάτων) και φυσικά από το κάπνισμα και την στοματική αγωγή.

Σε διχασμούς των ριζών το CAL είναι   0,96 mm και αντίστοιχα φτωχά αποτελέσματα σε οστικό κέρδος έχουμε σε ενδοστικούς θυλάκους με ένα τοίχωμα. Γενικά  οι συντηρητικότεροι και μικρότερης παρέμβασης κρημνοί οδηγούν σε καλύτερα αποτελέσματα.

Πριν αποφασιστεί η τοποθέτηση εμφυτευμάτων θα πρέπει να επιτευχθεί δείκτης πλάκας <20%, δείκτης αιμορραγίας <10% και απουσία θυλάκων >5 μ.

Θα πρέπει να γίνεται προσπάθεια αποκατάστασης και διάσωσης των δοντιών με ορθή περιοδοντική, ενδοδοντική θεραπεία, GBR και εκτομές ριζών. Η διατήρησή τους σαν στηρίγματα προσθετικών εργασιών έχει ποσοστά επιτυχίας ανώτερα των εμφυτευμάτων στα 10 χρόνια. (Fardal et al 2010).

Σε GBR που γίνεται σε περιοδοντικούς ασθενείς και σε ύπαρξη θυλάκων >5 mm το αναγεννημένο οστούν έχει αυξημένο κίνδυνο περιεμφυτευματίτιδας. Κατά

 την περιεμφυτευματική θεραπεία θα πρέπει να αποκοχλιώνονται οι προσθετικές εργασίες και να καθαρίζονται τα εμφυτεύματα τουλάχιστον 1 φορά το χρόνο.

Από μελέτες φαίνεται ότι άνω των 30 ετών το 47% πάσχουν από περιοδοντίτιδα (8,5% ελαφρά, 30% μέτρια και 8,5% βαριά).

Σε μελέτες (Taylor, Lalla) η παρουσία περιοδοντίτιδας αυξάνει την πιθανότητα εμφάνισης και επιδείνωσης του διαβήτη. Επίσης έχουν αυξημένα επίπεδα βιολογικών δεικτών της φλεγμονής, αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης CVD (καρδιαγγειακά νοσήματα) και αυξημένη πιθανότητα για αγγεία με μειωμένη ελαστικότητας τοιχώματα.

Συνιστάται η συντηρητική θεραπεία προ της χειρουργικής έτσι ώστε να έχουμε μειωμένους τους δείκτες CRP και συνεπώς καλύτερη επούλωση. Αν και δέχεται ότι το κόστος θεραπείας και συντήρησης ενός περιοδοντικού ασθενούς ανέρχεται (ΗΠΑ) στα 5-8,500 δολάρια- ποσόν μεγάλο σε σχέση με την εναλλακτική εμφυτευματική θεραπεία-, τόνισε ότι δεν υπάρχει σύγκριση μια και τα φυσικά δόντια είναι βιολογικό, ζωντανό κομμάτι του οργανισμού μας, ενώ τα εμφυτεύματα είναι απλώς στηρίγματα μιας τεχνητής οδοντοστοιχίας.

Φαίνεται ότι η περιοδοντολογία άρχισε να γυρνάει μετά από πολλές περιπλανήσεις βιολογικές, φιλοσοφικές και επιστημονικές στο αρχικό concept… την διάσωση των φυσικών δοντιών.

Μετά από μια περίοδο επιθετικής πολιτικής για να ενσωματώσει και να καθιερώσει την εμφυτευματολογία στο κομμάτι της περιοδοντολογίας έγινε αντιληπτό ότι η εμφυτευματολογία άρχισε να επηρεάζει αρνητικά τον βασικό στόχο αυτής.